Ραδιοανοσολογική Δοκιμασία (RIA)


  Ορισμός   Σύγκριση με άλλες τεχνικές   Πεδία Έρευνας
  Τεχνική   Εξάλειψη   Εταιρείες / Παρασκευαστές RIA
  Εφαρμογές   Μέλλον   Αναφορές

Σύγκριση με άλλες τεχνικές

Πολλές μη ισοτοπικές συνδέσεις έχουν δοκιμαστεί τα τελευταία 30 χρόνια, συμπεριλαμβανομένου της ELISA (ένζυμο ως δείκτης), της χημειοφωταύγειας, ανοσοφθορισμού και άλλων. Πολλοί από αυτοί ισχυρίζονται να είναι καλύτερα των RIA σε μερικούς τομείς, κανένα τους δεν μπόρεσε να αντικαταστήσει εξ’ολοκλήρου τα RIA σε εκτεταμένη κλίμακα. Μερικές από αυτές τις μεθόδους είναι δαπανηρές, μερικές έχουν λιγότερη επαναληψιμότητα και μερικές και τα δύο.

ELISA (Δοκιμασία ανοσοαπορρόφησης μέσω ενζύμου)




Η ELISA περιγράφηκε πρώτη φορά το 1971, και από τότε έχει εξελιχθεί σε σημαντική τεχνική στην διαγνωστική ιολογία. Μία ποσότητα ορού που πιθανόν περιέχει το αντίσωμα αφήνεται να αντιδράσει με το αντιγόνο στόχο. Ένα σωστό ταίριασμα θα προκαλέσει τη σύνδεση του αντιγόνου με το αντίσωμα. Η ανίχνευση γίνεται δυνατή όταν ένα δεύτερο αντίσωμα προστίθεται. Στην ELISA, αυτός ο επεξεργαστής που παράγει ένα ανιχνεύσιμο σήμα είναι ένα ένζυμο (για παράδειγμα υπεροξειδάση). Η προσθήκη ενός υποστρώματος, θα ανιχνεύσει το ποσό του συζευγμένου μέρους από μία διαβάθμιση χρώματος που παράγεται, το οποίο υφίσταται ποσοτικοποίηση.

CLIA (Χημειοφωταύγεια)






Η Χημειοφωταύγεια είναι η παραγωγή ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας φωτός από την απελευθερωμένη ενέργεια που προκύπτει από μία χημική αντίδραση. Το φως από αυτές τις αντιδράσεις αποκαλείται ψυχρό φως, γιατί παράγεται χωρίς θερμότητα. Αντιδράσεις που παράγουν φως χωρίς θερμότητα ονομάζονται αντιδράσεις χημειοφωταύγειας.

Τα αντιγόνα και τα επεξεργασμένα αντισώματα με τον ανιχνευτή χημειοφωταύγειας, αφήνονται να αντιδράσουν μεταξύ τους και να σχηματίσουν ένα σύμπλεγμα αντιγόνου-αντισώματος. Το επόμενο βήμα συμπεριλαμβάνει το διαχωρισμό των συνδεδεμένων από τα ελεύθερα μέρη της αντίδρασης.

Σε αυτά τα αντιγόνα τα συνδεδεμένα με την ουσία χημειοφωταύγειας, κάποιο υπόστρωμα προστίθεται ώστε να αρχίσει η αντίδραση χημειοφωταύγειας. Η χημειοφωταύγεια που παράγεται μετριέται από ένα σωλήνα φωτοπολλαπλασιασμού και ένα φωτόμετρο. Στην βάση της εκπομπής της χημειοφωτάυγειας, εκτιμείται η συγκέντρωση του αναλύτη.

Μία αιτία που δικαιολογεί την αυξανόμενη δημοτικότητα της χημειοφωταύγειας είναι η αξιοπερίεργη ευαισθησία ανίχνευσης. Μερικά μειονεκτήματα της μεθόδου είναι ότι αποτελεί ένα κλειστό σύστημα που μετράει φως και ευκολότερα δέχεται παρεμβολές από την ποιότητα του αίματος που αναλύεται (αιμολυμένος ή λιπαιμικός ορός).

Μερικά μειονεκτήματα της μεθόδου είναι ότι αποτελεί ένα κλειστό σύστημα που μετράει φως και ευκολότερα δέχεται παρεμβολές από την ποιότητα του αίματος που αναλύεται (αιμολυμένος ή λιπαιμικός ορός).

Tα Μονοκλωνικά αντισώματα (Mabs) της χημειοφωταύγειας έχουν περιορισμένη δυνατότητα αναγνώρισης του επίτοπου συγκρινόμενα με τα πολυκλωνικά αντισώματα (Pabs) που χρησιμοποιούνται στα RIA. Η χημειοφωταύγεια έχει μία τάση να έχει προβλήματα “hook” («αγκίστρου») όταν μετράει υψηλές συγκεντρώσεις αναλυτών (π.χ. προλακτίνη, ογκολογικοί δείκτες, κλπ).

Τυχαία σφάλματα είναι πολύ δύσκολο να ανεβρεθούν και συμβαίνουν συχνά όταν φυσαλίδες αέρα τυχαία παράγονται μέσα στα σωληνάρια του συστήματος, οδηγώντας σε ψευδώς χαμηλές ή ψηλές τιμές.