Εμμηνόπαυση


  Περιγραφή   Παράγοντες κινδύνου / Αίτια   Παρενέργειες της Ορμονοθεραπείας
  Στατιστική   Επιπλοκές   Οδηγίες
  Σημεία και συμπτώματα   Θεραπεία   Αναφορές
  Εργαστηριακός έλεγχος και διάγνωση   Αντενδείξεις της ΟΡΜ   Πληροφορίες για επαγγελματίες

Πληροφορίες για επαγγελματίες       
Εργαστηριακός έλεγχος και διάγνωση


Πέρα από την αύξηση στην FSH και LH, άλλες υποφυσιακές ορμόνες δεν επηρεάζονται. Ειδικά η αυξητική ορμόνη, η θυρεοειδοτρόπος ορμόνη και φλοιοεπινεφριδιοτρόπος ορμόνη είναι φυσιολογικές. Τα επίπεδα της προλακτίνης μπορεί να είναι ελαφρώς ελαττωμένα γιατί επηρεάζονται από το επίπεδο των οιστρογόνων. Και η μετεμμηνοπαυσιακή ωοθήκη και τα επινεφρίδια συνεχίζουν την παραγωγή ανδρογόνων. Η ωοθήκη συνεχίζει να παράγει ανδροστενεδιόνη και τεστοστερόνη (επίπεδα πάνω από 20 ng/dL) αλλά όχι Ε2, και αυτή η παραγωγή είναι τουλάχιστον μερικώς εξαρτώμενη από την LH. Τα επίπεδα ανδροστενεδιόνης και τεστοστερόνης είναι μικρότερα σε γυναίκες που έχουν υποστεί αμφοτερόπλευρη ωοθηκεκτομή, με τιμές να κυμαίνονται στα 0.8 ng/mL και 10 ng/dL, αντίστοιχα. Τα επινεφρίδια εξακολουθούν να παράγουν ανδροστενεδιόνη, δεϋδροεπιανδροστερόνη (DHEA), και θειϊκή δεϋδροεπιανδροστερόνη (DHEAS). Πρωτογενώς ως λειτουργία της γήρανσης, τα επίπεδά τους ελαττώνονται, εάν και η έκκριση κορτιζόλης παραμένει ανεπηρέαστη.

Ορμονοθεραπεία




  • Η ΟΡΜ γενικά παρέχει χαμηλές δόσεις ενός ή παραπάνω οιστρογόνων μαζί με προγεστερόνη ή ένα χημικό ανάλογο, που ονομάζεται προγεστίνη. Επίσης μπορεί να προστεθεί τεστοστερόνη. Η δοσολογία κυμαίνεται κυκλικά, με καθημερινή λήψη οιστρογόνων και λήψη προγεστερόνης ή προγεστίνης για περίπου δύο εβδομάδες κάθε μήνα ή δύο μήνες. Παρόλα αυτά, η ΟΡΜ μπορεί να παρέχει μεγάλη ποσότητα οιστρογόνων σε γυναίκες στην αρχή της εμμηνόπαυσης που έχουν ακόμα περίοδο και που μπορεί να παράγουν ακόμη οιστρογόνα.

  • Η απόφαση του να γίνει χρήση ή όχι της ΟΡΜ μπορεί να είναι δύσκολη. Οι ιατροί πρέπει να εκτιμήσουν τη σοβαρότητα των εμμηνοπαυσιακών συμπτωμάτων και να συγκρίνουν τον κίνδυνο προσβολής από καρδιαγγειακή νόσο ή οστεοπόρωση με τον κίνδυνο του καρκίνου του μαστού. Eαν και η ΟΡΜ με προγεστίνη και ίππεια οιστρογόνα ήταν κάποτε αποδεκτό ότι βελτίωνε την καρδιαγγειακή υγεία στις γυναίκες, το 2004 η Αμερικάνικη Καρδιολογική Εταιρεία εξέδωσε οδηγίες δηλώνοντας ότι δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως παράγοντας προώθησης της υγείας της καρδιάς ή μείωσης του κινδύνου της καρδιαγγειακής νόσου. Ο κίνδυνος στεφανιαίας καρδιακής νόσου φαίνεται να σχετίζεται με την ηλικία και τα χρόνια από την έναρξη της εμμηνόπαυσης, Γυναίκες ηλικίας 50-59 ετών υπό ΟΡΜ φαίνεται να δείχνουν μία μικρή τάση προς χαμηλότερο κίνδυνο της καρδιαγγειακής νόσου, όπως και οι γυναίκες που βρίσκονται μέσα στα πέντε χρόνια από την έναρξη της εμμηνόπαυσης. Επιπλέον, συμπεράσματα από μία πολυκεντρική μελέτη (WHI 2202) ήταν ότι η συνδυασμένη ΟΡΜ παρουσίαζε κινδύνους (καρκίνο μαστού, στεφανιαία καρδιακή νόσος, εγκεφαλικά επεισόδια και πνευμονική εμβολή) που υπερσκελίζουν τα μετρημένα οφέλη (οστεοπόρωση, καρκίνος παχέος εντέρου).

  • Μία μεγάλη μελέτη δημοσιευμένη στο the Lancet συνέκρινε τα αποτελέσματα από την λήψη με χάπια έναντι στη διαδερμική λήψη (κυρίως 17β-οιστραδιόλη, η βιο-ομοιότυπη ανθρώπινη οιστραδιόλη) και βρήκαν ότι η λήψη με χάπια συσχετιζόταν με μία αύξηση κατά 3 φορές στον κίνδυνο νόσων φλεβοθρόμβωσης (θρομβοφλεβίτιδα, πνευμονική εμβολή), ενώ το δερματικό επίθεμα δεν παρήγαγε αυξημένο κίνδυνο. Αυτή η διαφορά οφειλόταν μάλλον στο ότι τα τρανσδερμικά οιστρογόνα απορροφούνται άμεσα στο αίμα ενώ τα οιστρογόνα που λαμβάνονται δια της στοματικής οδού επεξεργάζονται και μεταβολίζονται στο ήπαρ πριν απελευθερωθούν στην κυκλοφορία.

  • ΟΡΜ και Νόσος Alzheimer. Υπάρχουν ενδείξεις που προτείνουν την ευεργετική δράση των οιστρογόων στη λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος

  • ΟΡΜ και Νόσος Parkinson. Σε σχετικές μελέτες, η υποκατάσταση με οιστρογόνα έχει δείξει ελάττωση των συμπτωμάτων της νόσου και της δοσολογίας της levodopa σε ορισμένες γυναίκες.

  • Η πλειονότητα των μελετών για την εκτίμηση της σχέσης της τρέχουσας ή πρόσφατης ΟΡΜ και τις επιδράσεις της στο καρκίνο του παχέος εντέρου έχουν δείξει μία μείωση του ρίσκου κατά ένα τρίτο.

  • Διαβήτης και ΟΡΜ. Μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με σακχαρώδη διαβήτη έχουν αυξημένο κίνδυνο για ΚΑΝ. Μερικές μελέτες προτείνουν ότι η ΟΡΜ μειώνει τον κίνδυνο ΚΑΝ σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με διαβήτη. Μέτριες ποσότητες οιστρογόνων είναι γνωστό ότι αυξάνουν την ευαισθησία στην ινσουλίνη και αυτό μπορεί να είναι ωφέλιμο για ασθενείς με διαβήτη τύπου 2.

Άλλες θεραπευτικές προσεγγίσεις


  • Ένας άλλος τύπος ορμονοθεραπείας είναι η χρήση των αντι-οιστρογόνων. Το πιο γνωστό αντι-οιστρογόνο είναι η ραλοξιφαίνη. Όπως τα οιστρογόνα, έτσι και τα αντι-οιστρογόνα παρέχουν προστασία κατά της καρδιακής νόσου και της οστεροπόρωσης. Η διαφορά είναι ότι δεν αυξάνουν τον κίνδυνο του καρκίνου του μαστού. Δυστυχώς όμως μπορεί να επιδεινώσει τις εξάψεις.

  • Μία άλλη μορφή ορμονοθεραπείας είναι η χρήση των αντισυλληπτικών χαπιών. Το FDA εγκρίνει αυτή τη θεραπεία για τα περιεμμηνοπαυσιακά συμπτώματα, όπως κολπική αιμόρροια και εξάψεις, σε γυναίκες νεώτερες από πενήντα πέντε χρονών.

  • Όταν μία γυναίκα μπαίνει στην εμμηνόπαυση, οι ωοθήκες παράγουν λιγότερη ποσότητα της ανδρικής ορμόνης τεστοστερόνη. Η χορήγηση τεστοστερόνης μπορεί να βελτιώσει τη γενετήσια ορμή, να ελαττώσει το άγχος και την κατάθλιψη, να ανακουφίσει την τάση των μαστών και να προλαμβάνει την οστεοπόρωση. Η υποκατάσταση με τεστοστερόνη μπορεί να έχει ορισμένες παρενέργειες όπως η ήπια ακμή και η ανάπτυξη τριχοφυίας στο πρόσωπο.

  • Yπάρχει αρκετό ενδιαφέρον στις βιο-ομοιότυπες – ή αποκαλούμενες «φυσικές» - ορμονοθεραπείες των εμμηνοπαυσιακών συμπτωμάτων. Οι βιο-ομοιότυπες ορμόνες είναι μεικτές συνταγές που περιέχουν διάφορες ορμόνες χημικά ίδιες με τις φυσικές, με λιγότερες παρενέργειες από ότι τα συζευγμένα ίππεια οιστρογόνα. Παρόλα αυτά δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι βιο-ομοιότυπες ορμόνες είναι ασφαλέστερες ή πιο δραστικές από ότι η πρότυπη ορμονοθεραπεία υποκατάστασης.

  • Ένα τμήμα πρόσφατης έρευνας υποδεικνύει ότι η υποκατάσταση με melatonin (μελατονίνη) σε περιεμμηνοπαυσιακές γυναίκες μπορεί να παράγει μία σημαντική βελτίωση στη θυρεοειδική λειτουργία και στα επίπεδα των γοναδοτροπινών, όπως και στην αποκατάσταση της γονιμότητας και της εμμήνου ρύσεως και στην πρόληψη της κατάθλιψης που σχετίζεται με την εμμηνόπαυση.

  • Από τα αντικαταθλιπτικά, το Paxil έχει μελετηθεί πιο πολύ και μπορεί να παρέχει την πιο ουσιαστική ανακούφιση. Υπάρχει μία θεωρητική αιτία που εξηγεί γιατί τα αντικαταθλιπτικά SSRI μπορούν να βοηθήσουν στα προβλήματα μνήμης – αυξάνοντας τα κυκλοφορούντα επίπεδα του νευροδιαβιβαστή σεροτονίνη στον εγκέφαλο και αποκαθιστώντας την λειτουργία του ιπποκάμπου.

Ο ιδανικός SERM για την εμμηνόπαυση


Υπό ιδανικές συνθήκες, η χρήση των SERMs θα έπρεπε να πέφτουν σε 2 κατηγορίες (Πίνακας). Η πρώτη θα ανακούφιζε τα συμπτώματα από την οιστρογονική ανεπάρκεια και θα βελτίωνε την ποιότητα της ζωής σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Η δεύτερη, πιο επιλεκτική χρήση θα στόχευε τις οιστρογονικές επιδράσεις ενός SERM σε ένα οργανικό σύστημα (πχ. Μαστός). Για την μετεμμηνοπαυσιακή υγεία, το ακόλουθο θα ήταν το ιδανικό σενάριο για την δράση του SERM: αγωνιστική δραστηριότητα στον εγκέφαλο, στα οστά, καρδιαγγειακό σύστημα, κόλπος και ουροποιητικό σύστημα, και ανταγωνιστική δράση στο μαστό και στη μήτρα.

  Εγκέφαλος Μήτρα Κόλπος Μαστος Οστά Καρδιαγγ. Σύστημα
Οισταδιόλη ++ ++ ++ ++ ++ ++
Καθαρό Αντιοιστρογ.
Ιδανικό SERM ++ ++ ++ ++
Tamoxifen + + +
Raloxifene + +
Isoflavones + +- + +

Πίνακας. Επιδράσεις της οιστραδιόλης και SERMs σε ποικίλα οργανικά συστήματα σχετικά με την μετεμμηνοπαυσιακή χρήση.